Τα συμπληρώματα διατροφής πρέπει να συμμορφώνονται με μια σειρά νομοθετικών πράξεων της ΕΕ, ενώ η σύνθεσή τους εξακολουθεί να υπόκειται σε μεγάλο βαθμό στην εθνική νομοθεσία, με αποτέλεσμα πολυάριθμα εμπόδια στο εμπόριο, ακόμη και μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Η οδηγία για τα συμπληρώματα διατροφής (2002/46/ΕΚ) καθόρισε εναρμονισμένες διατάξεις για την επισήμανση των συμπληρωμάτων διατροφής και θέσπισε ειδικές διατάξεις για τις βιταμίνες και τα ιχνοστοιχεία που χρησιμοποιούνται ως συστατικά των διατροφικών συμπληρωμάτων. Ωστόσο, η περιορισμένη εναρμόνιση των απαιτήσεων σύνθεσής τους σε επίπεδο ΕΕ έχει οδηγήσει σε κατακερματισμό, λόγω των σημαντικών διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον σχεδιασμό, το πεδίο εφαρμογής και το περιεχόμενο. Επιπλέον, οι πωλήσεις συμπληρωμάτων διατροφής σε καταναλωτές λιανικής τόσο σε συμβατικά καταστήματα όσο και εξ αποστάσεως (ηλεκτρονικά καταστήματα) θέτουν σε κίνδυνο, δυνάμει των εθνικών καθεστώτων, τον θεμιτό ανταγωνισμό και τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ενιαία αγορά.

Σύμφωνα με τη Fortune Business Insights, η ευρωπαϊκή αγορά συμπληρωμάτων διατροφής αποτιμήθηκε σε 14,95 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ το 2019 και η αξία της αναμένεται να ανέλθει σε 33,80 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ έως το 2027. Αυτή η ανάπτυξη της αγοράς οφείλεται στην αυξανόμενη ζήτηση από τους Ευρωπαίους συμπληρωμάτων διατροφής που περιέχουν βιταμίνες και ιχνοστοιχεία.

Για να καταστεί δυνατή η εν λόγω ανάπτυξη της αγοράς, ποιες πρωτοβουλίες προτίθεται να αναλάβει η Επιτροπή για να ανοίξει την ενιαία αγορά σε όλες τις ενωσιακές επιχειρήσεις συμπληρωμάτων διατροφής, αυξάνοντας έτσι τον ανταγωνισμό, διευρύνοντας την επιλογή των προϊόντων που προσφέρονται στους καταναλωτές της ΕΕ και μειώνοντας τις τιμές;