| Γυναίκες πολιτικοί και αλλαγές που συνέβησαν από το πρότυπο Θάτσερ έως σήμερα. – Γυναίκες πολιτικοί και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους |
|
|
|
| Τετάρτη, 10 Δεκέμβριος 2008 02:25 |
|
Μερικές σκέψεις για το θέμα: «Γυναίκες πολιτικοί και αλλαγές που συνέβησαν από το πρότυπο Θάτσερ έως σήμερα. – Γυναίκες πολιτικοί και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους» Αναμφίβολα, η κατάσταση αναφορικά με τα δικαιώματα των γυναικών, την ισότητα των δύο φίλων και την ισοτιμία των ευκαιριών, ιδίως στον εργασιακό τομέα, βρίσκεται στις μέρες μας σε ένα σημείο που δικαίως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το πλέον ενθαρρυντικό για την περαιτέρω εξέλιξη των σχετικών ζητημάτων και την επίλυση των ήδη υφιστάμενων προβλημάτων, αλλά και όσων πιθανόν να εμφανιστούν στο μέλλον. Η παραπάνω διαπίστωση σίγουρα γίνεται πιο ακριβής αν χρησιμοποιήσω ως πεδίο αναφοράς τον λεγόμενο «δυτικό κόσμο», αποκλείοντας έτσι τις περιπτώσεις χωρών όπου παράγοντες όπως η θρησκεία, η παράδοση ή ακόμα και καταπιεστικά πολιτικά καθεστώτα, υποβαθμίζουν τη θέση της γυναίκας, και μάλιστα σε ένα μεγάλο βαθμό με την ανοχή ή την συγκατάθεση των ιδίων. Οι θλιβερές αυτές καταστάσεις έχουν αποτελέσει αντικείμενο πληθώρας ερευνών, καθώς και αιτία έντονων διαμαρτυριών, και η αναλυτική παρουσίαση του φαινομένου σίγουρα ξεφεύγει του σκοπού του παρόντος κειμένου. Σίγουρα, ωστόσο, αν το σημείο αναφοράς μας είναι το σύνολο του πληθυσμού της γης, η πρώτη πρόταση αυτής της παραγράφου χρειάζεται αναθεώρηση. Ορθότερο θα ήταν να γραφεί πως η κατάσταση αναφορικά με το την ισότητα των δύο φύλων αποτελεί ένα θέμα που η επίλυση του συνδυάστηκε με το βαθμό φιλελευθεροποίησης του πολιτικού συστήματος της εκάστοτε χώρας και την επικράτηση της λογικής σκέψης σε βάρος ιδεοληψιών και στερεοτύπων του παρελθόντος. Σε πολλά μέρη του κόσμου, ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς. Η νομική επιστήμη, ως έκφραση του επιστημονικού τρόπου θεσμοθέτησης των αναγκαίων αλλαγών για την ρύθμιση του κοινωνικού βίου κατά τρόπο που να προωθείται η πολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, έχει εγκολπώσει το μεγαλύτερο μέρος των αιτημάτων του φεμινιστικού κινήματος. Σε ένα αυστηρά νομικό επίπεδο, οι γυναίκες σήμερα απολαμβάνουν την ισότητα με το λαθεμένα χαρακτηριζόμενο ως «ισχυρό» φύλο. Με άλλα λόγια, στο πεδίο της πολιτικής παραδείγματος χάριν, δεν υπάρχει τίποτα που να διαχωρίζει τυπικά μία γυναίκα από έναν άνδρα. Και οι δύο μπορούν να θέσουν υποψηφιότητα με τους ίδιους όρους και το μόνο που θα τους κρίνει είναι η ελεύθερη λαϊκή ψήφος. Στις νομικά πολιτισμένες χώρες, θεωρώ πως η ισότητα των δύο φύλων αποτελεί, ή τουλάχιστον οφείλει να αποτελεί, μία αυτονόητη έννοια, ένα αξίωμα, έναν στόχο που πρέπει να επιτευχθεί όχι απλά ως κοινωνική επιταγή, αλλά ως πολιτισμική αναγκαιότητα. Πέρα όμως από τις όποιες εξελίξεις στο καθαρά νομικό κομμάτι του προβλήματος, δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το πρόβλημα της (αν)ισότητας ξεκινά από κοινωνικά και πολιτιστικά κατάλοιπα, που άπτονται περισσότερο των πεδίων της ψυχολογίας, της ιστορίας, της κοινωνιολογίας και της ανθρωπολογίας. Όσο και αν προσπαθήσει ο νομοθέτης να δημιουργήσει μια κατάσταση ισονομίας, ισότητας ευκαιριών και δικαιωμάτων, μεταξύ των δύο φύλων, τα αιτία που δημιούργησαν την ανάγκη ρυθμιστικής παρέμβασης του νομοθέτη κινούνται σε ένα πεδίο τόσο ανθρώπινο που η αντιμετώπιση τους με νομικά μέσα αποτελεί μόνο ένα μέρος της λύσης. Δεν θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί άνδρες σήμερα που πιστεύουν πραγματικά πως οι γυναίκες αποτελούν το αδύναμο φύλο, πως η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων επιτάσσει το πρότυπο «ο άνδρας προστατεύει και παρέχει και η γυναίκα φροντίζει», πως αυτός ο κόσμος φτιάχτηκε από άνδρες. Απλοϊκές απόψεις σαν και αυτές δεν αξίζουν πλέον καμίας προσοχής πέραν από την επιστημονική τους μελέτη ως ιστορικό φαινόμενο. Το γεγονός, ωστόσο, παραμένει ότι μια μάτια στον κόσμο σήμερα, σε πολλούς τομείς του εργασιακού τομέα και ακόμα και στην ίδια τη Βουλή, αποκαλύπτει κάποια κατάλοιπα των προηγούμενων απόψεων. Μπορεί οι άνδρες να μην θεωρούν τις γυναίκες λιγότερο ικανές, αλλά οι γυναίκες στη Βουλή είναι σταθερά λιγότερες, πράγμα το οποίο, δεδομένης της ισότητας ευκαιριών, είναι τουλάχιστον μαθηματικά αδικαιολόγητο. Το πρόβλημα τώρα εμφανίζεται στο πεδίο της επιλογής. Όσο σημαντική είναι η δυνατότητα μιας γυναίκας να είναι υποψήφια, εξίσου σημαντικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο λαός κάνει την επιλογή του και ο βαθμός στον οποίο η εικόνα του ικανού άνδρα πολιτικού υπερισχύει εν τοις πράγμασι της εικόνας της ικανής γυναίκας πολιτικού. Κάποιοι ίσως να ισχυριστούν ότι ο μικρός αριθμός γυναικών εθνικών αντιπροσώπων, κάτι το οποίο αποτελεί γεγονός σε πολλές χώρες που σίγουρα θεωρούνται νομικώς πολιτισμένες, οφείλεται στη μικρή ενασχόλησή τους με τα κοινά. Ακόμα και αν ο ισχυρισμός είχε κάποια δόση αλήθειας, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλω τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη διάθεση των γυναικών να ασχοληθούν με τα κοινά, θα αντιπαρέβαλα ότι τα κατάλοιπα απαρχαιωμένων αντιλήψεων που οδηγούν σε μία αδικαιολόγητη αυξημένη εμπιστοσύνη στην ανδρική ικανότητα στο χειρισμό υποθέσεων του κράτους, είναι γνωστά στις γυναίκες και ενδεχομένως η γνώση αυτή να αποτελεί έναν από μια σειρά ανασταλτικούς παράγοντες για την επαγγελματική ενασχόλησή τους με την πολιτική. Με απλά λόγια, μια γυναίκα ίσως δικαίως να θεωρεί ότι θα πρέπει να καταβάλει διπλό κόπο και να αποδείξει πολλά περισσότερα πράγματα προκειμένου να χαίρει της εμπιστοσύνης του κόσμου σε σχέση με έναν άνδρα. Επιπροσθέτως, οφείλει να αναλυθεί και να εξεταστεί ως αίτιο της μειωμένης ενασχόλησης και η ίδια η ανατροφή των κοριτσιών, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο εμποτίζονται σε πολλά αυτά, ηθελημένα ή άθελα, τα στερεότυπα της γυναίκας – νοικοκυράς, ή έστω το στερεότυπο ότι «η πολιτική είναι για τους άνδρες». Επιβεβαίωση της ύπαρξης των κοινωνικών, πολιτιστικών και ψυχολογικών καταλοίπων αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος ο νομοθέτης εντοπίζει την ύπαρξη ανισοτήτων παρά την ύπαρξη ισότητας ευκαιριών και έρχεται σε πολλές περιπτώσεις να παρέμβει θετικά μέσω της θεσμοθέτησης ποσοστώσεων υπέρ των γυναικών. Θα ήθελα πολύ να ζω σε μία κοινωνία όπου τέτοιου είδους νομοθετικές παρεμβάσεις θα ήταν αχρείαστες επειδή θα τις είχε προλάβει η κοινωνική εξέλιξη, αλλά φαίνεται πως ο νομοθέτης γνωρίζει την πραγματικότητα. Σε αυτό ακριβώς το σημείο μπορεί να διαφανεί και η θετική λειτουργία του προτύπου Θάτσερ, δηλαδή στην συμβολική κατάρριψη στερεοτυπικών αντιλήψεων στις τάξεις των οποίων θα ήταν αδιανόητο να γίνει λόγος για γυναίκα – πρωθυπουργό. Η επιλογή μιας γυναίκας για να αναλάβει την διακυβέρνηση μίας από τις πλέον ισχυρές οικονομίες του κόσμου έρχεται να αποδείξει αυτό το οποίο θα έπρεπε να είναι αυτονόητο: οι γυναίκες μπορούν να κυβερνήσουν, μπορούν να αναλάβουν πόστα εξαιρετικής σημασίας και ευθυνών και δικαιούνται να βρίσκονται στην ίδια θέση με τους άντρες σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις των ψηφοφόρων. Μία παρόμοια διαδικασία σύγκρουσης με στερεοτυπικές αντιλήψεις εμφανίστηκε πρόσφατα και στις Η.Π.Α. όπου τέθηκαν τα ζητήματα της πρώτης γυναίκας – προέδρου, καθώς και το παρεμφερές του πρώτου μαύρου άνδρα – προέδρου. Το αν τελικά η Θάτσερ διακυβέρνησε καλά ή όχι την χώρα δεν έχει να προσθέσει τίποτα στην συμβολική νίκη κατά των στερεοτύπων. Η απάντηση στο συγκεκριμένο θέμα είναι ζήτημα πολιτικών επιλογών και προτιμήσεων. Σημασία έχει ότι ο λαός εμπιστεύθηκε μια γυναίκα για να κάνει μία δουλειά που παραδοσιακά ανήκε στους άνδρες. Είναι ευτυχές το γεγονός ότι ανάλογα παραδείγματα έχουν εμφανιστεί και σε άλλες χώρες, πράγμα το οποίο αποτελεί και την πιο ευχάριστη είδηση στον αγώνα για την ουσιαστική εξαφάνιση όλων των ιστορικών καταλοίπων σε σχέση με τη θέση της γυναίκας στην πολιτική. Με μία πρώτη ματιά, η επιλογή από την Θάτσερ ενός νέο-συντηρητικού μοντέλου πολιτικής φαίνεται να αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός (με την έννοια ότι θα μπορούσε να ήταν οπαδός ενός πιο φιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης), και η εκλογή της θα μπορούσε απλά να αποδοθεί στις πολιτικές προτιμήσεις τις πλειοψηφίας του συνόλου του Βρετανικού λαού εκείνη τη χρονική περίοδο. Και αυτή είναι η πραγματικότητα. Μια προσεκτικότερη, ωστόσο, εξέταση αυτών των γεγονότων ίσως προσθέσει έναν ενδιαφέροντα προβληματισμό σε σχέση με τον τρόπο ενασχόλησης των γυναικών με την πολιτική. Η Θάτσερ ήταν μια αυστηρή πολιτικός, σκληρή, πραγματίστρια και αναμφίβολα δεν επέτρεψε ποτέ να αποτελέσει το φύλο της ανασταλτικό παράγοντα στην εκλογή της. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν μόνο τέτοιας φύσης γυναίκες έχουν πραγματικά τη δυνατότητα να επιτύχουν στον κόσμο της πολιτικής. Θυμηθείτε και τα παραδείγματα της Μέρκελ και της Ράις. Με άλλα λόγια, πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως οι γυναίκες στην προσπάθεια τους να ανελιχθούν στην πολιτική κατά μία έννοια «εξανδρίζονται» πολιτικά. Το ερώτημα έχει νόημα μόνο υπό το πρίσμα μιας επίσης στερεοτυπικής αντίληψης που θέλει την αυστηρότητα, την σκληρότητα, την έντονη προσωπικότητα, την σοβαρότητα να αποτελούν κατεξοχήν ανδρικά χαρακτηριστικά. Η αντίληψη αυτή σίγουρα δεν έχει κάποια σχέση με την πραγματικότητα. Αυτό που έχει σχέση, ωστόσο, είναι και πάλι η ύπαρξη των καταλοίπων τα οποία θα λειτουργήσουν αναπόφευκτα στην ψυχολογία του πολίτη. Έτσι, εάν μια γυναίκα χωρίς η ίδια να είναι αυστηρή ή χωρίς η ίδια να θεωρεί πως μία σκληρή και σοβαροφανής στάση απέναντι στα προβλήματα της χώρας είναι η πλέον ενδεδειγμένη λύση, ωστόσο η ίδια προσπαθεί να εμφανίσει τον εαυτό της ως τέτοια προκειμένου να ανταποκριθεί στο ανδρικό συμπεριφοριστικό πρότυπο που επέβαλαν οι άνδρες πολιτικοί όλα τα προηγούμενα χρόνια, τότε έρχεται στην επιφάνεια ο κίνδυνος εξανδρισμού των γυναικών που εισέρχονται στην πολιτική. Η πραγματικότητα θέλω να πιστεύω πως είναι διαφορετική ή τουλάχιστον τέτοια φαινόμενα να αποτελούν μία μικρή μειοψηφία. Όποια και να είναι όμως η αλήθεια, σίγουρα υπάρχει πολύς χώρος για προβληματισμό. Καταρχάς, ακόμα και αν μπορούσε να θεμελιωθεί ότι η σοβαρότητα, ο δυναμισμός, η αυστηρότητα και άλλες παρεμφερείς ιδιότητες αποτελούν κυρίως ανδρικά χαρακτηριστικά, τότε νομίζω είναι δίκαιο να αποδοθούν ως κατεξοχήν γυναικεία χαρακτηριστικά η οργανωτικότητα, η υπομονή, η ψυχραιμία, η διαλλακτικότητα και η πολυπραγμοσύνη. Υπάρχουν μάλιστα και επιστημονικές μελέτες οι οποίες εξηγούν ανθρωπολογικά την τάση να εμφανίζονται συγκεκριμένες συμπεριφοριστικές ιδιότητες περισσότερο στο ένα φύλο από ότι στο άλλο. Αυτό που πρέπει να διερωτηθούμε και να μας απασχολεί ως λαός είναι γιατί δεν λειτούργησε ένα στερεοτυπικό πρότυπο υπέρ των γυναικών σύμφωνα με το οποίο οι άνδρες θα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση και θα κινδύνευε η εκλογή τους επειδή θα στερούνταν κάποιων ιδιοτήτων που πρέπει να αποδοθούν κατεξοχήν στις γυναίκες. Να μην ξεχνούμε εξάλλου ότι ο πασιφισμός ήταν μία από τις βασικές θέσεις του φεμινιστικού κινήματος. Η απάντηση είναι τελικά απλή: όταν την πολιτική ζωή του χώρου την διαχειρίζονται επί πολλά έτη οι άνδρες, είναι αναπόφευκτο να ακολουθήσει μια σύνδεση στον κοινό νου μεταξύ των ιδιοτήτων που είναι απαραίτητες προκειμένου κάποιος να αναλάβει πολιτικό πόστο και του ανδρικού φύλου. Αν μη τι άλλο, είναι βέβαιο πως αν οι γυναίκες συμμετείχαν στην πολιτική ζωή σε μεγαλύτερο αριθμό και από πολύ πιο νωρίς, θα εξέλειπαν και από το λεξικό της πολιτικής λέξεις με καθαρά φαλλικές αναφορές, κάτι το οποίο συναντάμε κυρίως στο τομέα των διεθνών στρατιωτικών σχέσεων και των πολιτικών ασφαλείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την αγγλική είναι ότι η βόμβα «διεισδύει» (penetrates).[1] Ίσως το μόνο που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι στη σημερινή εποχή δεν υπάρχει καμία ιδιότητα απαραίτητη για την ενασχόληση με την πολιτική που να μπορεί να αποδοθεί σε κάποιον μόνο εξαιτίας του φύλου του. Επομένως, αυτό που χρειάζεται είναι σε πρώτο επίπεδο οι γυναίκες να έχουν θεσμοθετημένα τις ίδιες ευκαιρίες με τους άνδρες, και όπου διαπιστώνονται προβλήματα να επεμβαίνει ο νομοθέτης ακόμα και θετικές ενέργειες, και σε ένα δεύτερο, αλλά εξίσου σημαντικό επίπεδο, να φροντίσουμε ως κοινωνία να αποτάξουμε κάθε στερεοτυπικό κατάλοιπο και να κρίνουμε τον κάθε υποψήφιο ατομικά και με βάση ένα σύστημα αξιών που ενώ είναι θεμιτό να έχει προσωπικό χαρακτήρα αναφορικά με τη σπουδαιότητα της κάθε κρινόμενης ιδιότητας, είναι απαράδεκτο να λαμβάνει υπόψη του τον παράγοντα φύλο.
[1] Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση του φαινομένου προτείνω ανεπιφύλακτα το άρθρο του Carol Cohn από το Center of Psychological Studies in the Nuclear Age της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ με τίτλο “Sex and death in the rational world of defence intellectuals”. |






